- ἀναμφίεστος
- ἀν-αμφί-εστος, unangekleidet
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
αναμφίεστος — ἀναμφίεστος, ον (Α) (Μ και αστος) [ἀμφιέννυμι] 1. αυτός που δεν φοράει ρούχα, ο γυμνός 2. απροκάλυπτος, φανερός … Dictionary of Greek
αναμφίαστος — ἀναμφίαστος, ον (ΑΜ) [ἀμφιάζω] βλ. ἀναμφίεστος … Dictionary of Greek